1. Τη Νέα Δημοκρατία και το ΣΥΡΙΖΑ αρμέγουν περισσότερο οι οικολόγοι – πράσινοι, σύμφωνα με τις μετακινήσεις μεταξύ των κομμάτων, που καταγράφουν οι δημοσκόποι. Κι ενώ για την κυβερνώσα παράταξη αυτό ήταν αναμενόμενο, μια και εμφανίζει απώλειες προς όλες τις κατευθύνσεις, τι έχει συμβεί με τον μέχρι πρότινος εξολοθρευτή του δικομματισμού από την Κουμουνδούρου? Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τελευταίο γκάλοπ της ALCO, ο Συνασπισμός καταγράφει ιστορικό χαμηλό πενταετίας, για την κάλπη των ευρωεκλογών μάλιστα, στην οποία η ψήφος είναι πολύ πιο χαλαρή και δεν λειτουργεί (τουλάχιστον σε ίδιο βαθμό) η πόλωση των εθνικών εκλογών, όπου ο μπαμπούλας της ακυβερνησίας ωθεί περισσότερους πολίτες στα δύο μεγάλα κόμματα.
2. Πριν από έναν χρόνο, τέτοια εποχή ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε στις δημοσκοπήσεις και πολλοί μιλούσαν πρώιμα για «φαινόμενο» Τσίπρα. Ένας συγγραφέας μάλιστα την εποχή της Τσιπρο-mania έσπευσε να γράψει και βιβλίο με τον πιασάρικο τίτλο «ο Αλέξης στην χώρα των θαυμάτων». Τελικά αυτοί που μιλούσαν για φαινόμενο μάλλον δικαιώθηκαν, γιατί όντως δεν έχει παρατηρηθεί άλλη φορά τόσο μεγάλη δημοσκοπική μετάπτωση όσο αυτή του κόμματος, του οποίου ηγείται ο νεαρός πολιτικός μηχανικός.
3. Έχει όμως προσωπική ευθύνη ο νεαρός Πρόεδρος του Συνασπισμού ή εγκλωβίστηκε στις ήδη διαμορφωμένες και απαρέγκλιτες πολιτικές της κομματικής νομενκλατούρας? Και ναι και όχι. Διότι ναι μεν οι «σκληροί» του αριστερού ρεύματος ήταν ήδη η δεσπόζουσα τάση στο εσωτερικό του ΣΥΝ και επί της ουσίας αυτοί που χάρασσαν πλέον τους κεντρικούς άξονες της πολιτικής του πάλαι ποτέ κόμματος της ανανεωτικής αριστεράς, ωστόσο και ο Τσίπρας σαρξ εκ της σαρκός του ήταν και σίγουρα, εάν είχε διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις από αυτούς, ουδέποτε θα αποτελούσε επιλογή τους. Ωστόσο, όταν ο Συνασπισμός ανέβαινε συνεχώς στις δημοσκοπήσεις και ο Αλέξης Τσίπρας είχε εδραιωθεί ως Πρόεδρος στην Κουμουνδούρου, είχε αναντίρρητα τη δυνατότητα να διαφοροποιηθεί (λεκτικά έστω) και να τηρήσει αποστάσεις σε κάποιες ακραίες θέσεις από τους σκληρούς του ρεύματος – εκεί θα έδειχνε εξάλλου την ηγετική του στόφα – όμως επέλεξε το ακριβώς αντίθετο. Στελέχωσε την ηγετική ομάδα του κόμματος με κάτι ανεκδιήγητους τύπους, που θεωρούν ότι η πολιτική ασκείται με κραυγές και σκουλαρίκια, αποτέλεσε τον πλέον επίσημο εκφραστή των απόψεων του αριστερού ρεύματος στην κοινωνία, μη τηρώντας τις απαραίτητες εσωκομματικές ισορροπίες και δίνοντας συνεχώς αφορμή για διενέξεις και συγκρούσεις μεταξύ των τάσεων του ΣΥΝ και το κυριότερο απευθύνθηκε στην κοινωνία με έναν λόγο, που παρότι είχε υφολογικά στοιχεία νεωτερισμού, στην ουσία του όμως ήταν πεπαλαιωμένος, λαϊκιστικός, κομματικός, καταγγελτικός και πιο ξύλινος και επίπεδος από τον γεμάτο πυροτεχνήματα λόγο του Αλέκου Αλαβάνου. Σαφώς λοιπόν ένα μερίδιο ευθύνης για την εικόνα του κόμματος ανήκει στον Αλέξη Τσίπρα.
4. Το μεγαλύτερο όμως μερίδιο ευθύνης το φέρει ο Αλέκος Αλαβάνος και τα στελέχη του αριστερού ρεύματος, που ήταν οι εμπνευστές αλλά και οι αυτουργοί του όλου εγχειρήματος μετεξέλιξης του Συνασπισμού από σύγχρονο ευρωπαϊκό αριστερό κόμμα σε μεταμοντέρνο κομμουνιστικό σχηματισμό, αυτοί που επέβαλαν τη δεδομένη χρονική στιγμή τον Αλέξη Τσίπρα στο εσωτερικό του κόμματος και αυτοί που είχαν την τελική ευθύνη χάραξης του πολιτικού σχεδιασμού. Δική τους επιλογή ήταν να προσπαθήσουν να μαζέψουν τα ψίχουλα του αριστερού χώρου με τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ θα μπορούσαν να πάρουν ένα μεγάλο κομμάτι από την πίτα του ΠΑΣΟΚ. Δική τους επιλογή ήταν ομοίως να μην προσπαθήσουν σοβαρά την προσέγγιση με το οικολογικό κίνημα, σε μια εποχή μάλιστα που ήταν βέβαιο ότι η συνεχιζόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος θα λειτουργούσε αυξητικά στην απήχηση των οικολογικών κομμάτων στην κοινωνία.
5. Για νιοστή φορά αποδείχτηκε (ξέρω κλισέ είναι αυτό που θα πω) ότι οι πολίτες επιζητούν από τα κόμματα λύσεις στα προβλήματα τους, λύσεις που όμως επέρχονται μόνο με τη συμμετοχή στην άσκηση εξουσίας και όχι με θορυβώδεις αφορισμούς του στυλ «εγώ δεν συνεργάζομαι με τους πράσινους σατανάδες» και λοιπές σαχλαμάρες, που σε κάθε περίπτωση αρθρώνει εδώ και χρόνια πολύ πειστικότερα ο Περισσός.
6. Το πρόβλημα ξεκίνησε από τον πολιτικό σχεδιασμό της ηγετικής ομάδας της Κουμουνδούρου. Και είχε να κάνει όχι τόσο με το περιεχόμενο του (σε μια μακροπροοπτική συμφωνώ κι εγώ με τις στοχεύσεις που επελέγησαν), όσο κυρίως με το χρονοδιάγραμμα του σχεδιασμού. Σε χρόνο που ακόμα δεν είχε φτάσει στο ζενίθ της η αντιπολιτική υστερία (έχουμε πορεία ακόμα), υιοθετήθηκε, πολύ πρόωρα και χωρίς να συντρέχουν οι κατάλληλες συνθήκες, ένας έξαλλος ημι-αντισυστημικός λόγος, με εξυπνακίστικες ατάκες που γίνονταν πιασάρικα συνθηματάκια για τη νεολαία, κενός όμως πολιτικών προτάσεων. Εντάξει, για να μην είμαι άδικος, είχε και ο Αλέκος Αλαβάνος κάποιες καλές στιγμές στη Βουλή. Το μόνο που έμεινε στον κόσμο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνεργάζεται με το ΠΑΣΟΚ.
7. Σε μια απόπειρα πολιτικής ψυχανάλυσης αυτό οφείλεται στο ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ το ίδιο μου κάνει – εξάλλου τα θεωρώ μη σοβαρά αυτά), κατ’ εμέ λόγω της πολιτικής κουλτούρας κόμματος διαμαρτυρίας, που τα διακατέχει, λειτούργησαν έχοντας στο συνειδητό και ασυνείδητο τους τον Περισσό και κύριο μέλημα τους ο ΣΥΝ να ξεπεράσει το ΚΚΕ και να γίνει πρώτο κόμμα στο χώρο της παραδοσιακής αριστεράς. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο παρελθόν του Αλέκου Αλαβάνου και του Αλέξη Τσίπρα στο κόμμα και τη νεολαία του ΚΚΕ.
8. Το πρώτο λάθος λοιπόν είχε να κάνει με τον τρόπο, με τον οποίο η ηγετική ομάδα του Συνασπισμού θεώρησε ότι θα αυξήσει την απήχηση του στο χώρο της ευρύτερης αριστεράς: Πλειοδοσία σε κορώνες κατά του δικομματισμού και γενικότερα κατά του κατεστημένου, με γλώσσα πρωτόγνωρη για την ιστορία και το ύφος της παράταξης. Αντιγραφή αυτής του ΚΚΕ δηλαδή, απλά μεταφερμένης από την καθαρεύουσα στη δημοτική.
9. Όμως έναν παρόμοιο (εντάξει, πολύ πιο αντισυστημικό) λόγο εκφράζει σταθερά εδώ και πάνω από 15 χρόνια το original ΚΚΕ με την μπετοναρισμένη κομματική βάση, και αυτό είναι που έχει καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών, ανεξίτηλα μάλιστα, ως ο γνησιότερος και καθαρότερος πόλος καταγγελίας και άρνησης του υπάρχοντος πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Συνεπώς η επιλογή της αντιγραφής και η προσπάθεια δημιουργίας ενός ΚΚΕ του σήμερα ήταν εξ΄ αρχής εσφαλμένη.
10. Κι όλα αυτά ενώ στο εσωτερικό του Συνασπισμού δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την πολιτική στροφή, δεν είχε δηλαδή αφομοιωθεί η ανανεωτική τάση από την πλειοψηφία, σε τέτοιο βαθμό που το ρεύμα να μην συναντά αντιδράσεις στα όργανα του κόμματος και όχι μόνο. Οι θεματοφύλακες των αρχών της παράταξης, η φουρνιά δηλαδή των 60ρηδων και 70ρηδων, που το 1968 με τη διάσπαση εντάχθηκαν στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στη συνέχεια στήριζαν τα εκάστοτε σχήματα της ανανεωτικής αριστεράς, εξέφραζαν ανοικτά – και ορθά κατά την άποψη μου – τη διαφωνία τους με τη νέα γραμμή της Κουμουνδούρου.
11. Στα πλαίσια του σχεδιασμού ως βασικά target group ορίστηκαν οι ψηφοφόροι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που προσελκύστηκαν με τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, η νεολαία και οι – όχι κατ΄ ανάγκην αριστεροί – πολίτες, που όμως απείχαν ή ψήφιζαν λευκό και άκυρο, είτε γιατί απεχθάνονταν τα δύο μεγάλα κόμματα, θεωρώντας ότι ευθύνονται για όλα τα δεινά που μας ταλαιπωρούν, είτε γιατί απαξίωναν τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς. Σίγουρα συνυπολογίστηκε στο σχεδιασμό η απώλεια προς το ΠΑΣΟΚ παραδοσιακών ψηφοφόρων της ρεφορμιστικής αριστεράς, αλλά – για να δώσω και κάποια ελαφρυντικά – όταν έγινε αυτός ο σχεδιασμός, το ΠΑΣΟΚ ήταν αδύναμο και μη ελκυστικό και ίσως κρίθηκε ότι τα οφέλη από τη στροφή θα ήταν μεγαλύτερα από τις απώλειες. Στην κατεύθυνση αυτή επελέγη για Πρόεδρος του ΣΥΝ (αυτό μάλλον είναι σωστό, γιατί από ό,τι έχω καταλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει Πρόεδρο) ο Αλέξης Τσίπρας, σε χρόνο όμως, που ο Αλέκος Αλαβάνος ανακηρυσσόταν ο πλέον δημοφιλής αρχηγός κόμματος στις δημοσκοπήσεις. Και αυτό το timing δεν το κατάλαβα αλλά πάμε παρακάτω.
12. Ο Αλέξης Τσίπρας λοιπόν, όπως κάθε πρωτοεμφανιζόμενος, με όπλο τη νεότητα του και τη φρεσκάδα, που αρχικά φάνηκε να φέρνει στο για κάποιους γκρίζο ελληνικό πολιτικό σκηνικό της οικογενειοκρατίας και της γεροντοκρατίας, συγκέντρωσε αρχικά την προσοχή και τη συμπάθεια της κοινής γνώμης, επιβλήθηκε στην εμφανιζόμενη ως γκρινιάρα πεθερά εσωκομματική αντιπολίτευση, πρωτίστως όμως φάνηκε ότι προκαλούσε το ενδιαφέρον της νεολαίας (δεν μπορώ να πω πετυχημένο το μότο η γενιά των 700 ευρώ), αλλά και των πολιτών που έως τότε αντιμετώπιζαν την πολιτική με απάθεια. Τον Απρίλιο μάλιστα του 2008 ο Συνασπισμός, υπό το δίδυμο Τσίπρα – Αλαβάνου, κατέγραψε σε γκάλοπ ποσοστό πάνω από (το ορόσημο μιας άλλης εποχής) 17% με σημαντικότατη απήχηση στη νέα γενιά. Ηγετικά του στελέχη τυφλωμένα από τα ποσοστά αυτά προέβλεπαν ανοιχτά ότι ο ΣΥΝ στις επόμενες εκλογές θα είναι δεύτερο κόμμα.
13. Όπως είπα το πρώτο λάθος στο σχεδιασμό είχε ήδη και όταν έγινε το δεύτερο και μεγαλύτερο ξέσπασαν οι συνέπειες και των δύο. Και το δεύτερο λάθος ήταν Η ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΩΝ και συνακόλουθα η διατήρηση του ίδιου πολιτικού σχεδιασμού από το Σεπτέμβριο του 2007 και μετά. Τα υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις εκείνο τον καιρό τύφλωσαν την ηγεσία του Συνασπισμού, που επέδειξε μια απίστευτη αλαζονεία και εμμονή στις ιδεοληψίες της, θεωρώντας εσφαλμένα ότι θα συνεχίζονταν νομοτελειακά οι εισροές ψηφοφόρων από το ΠΑΣΟΚ, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει κάτι στην πολιτική της. Και ποιον τρόπο επέλεξε για να ενισχύσει υποτίθεται τις εισροές αυτές? Διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους ότι δεν υπάρχει περίπτωση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και συνεπώς ότι πρακτικά δεν υπάρχει περίπτωση συμμετοχής του ΣΥΝ στην άσκηση της εξουσίας.
14. Με απλά λόγια η ηγεσία του Συνασπισμού, εγκλωβισμένη από την ιδεολογική της αγκύλωση και την πολιτική της κουλτούρα, δεν επέλεξε να κεφαλαιοποιήσει αρχικά τις εισροές ψηφοφόρων από το ΠΑΣΟΚ (που αποτέλεσαν την κύρια αιτία της δημοσκοπικής έκρηξης του ΣΥΝ), στρογγυλεύοντας κάποιες αιχμηρές και ακραίες θέσεις της και απευθύνθηκε στους γαλουχημένους σε κόμμα εξουσίας ψηφοφόρους, ως σε μέλη αριστερίστικου γκρουπούσκουλου, εκδιώχνοντας τους στην πραγματικότητα με τις εκτός τόπου και χρόνου θέσεις, που διατύπωνε και κυρίως με την επαναλαμβανόμενη άρνηση ακόμη και συζήτησης με το κόμμα, που αυτοί είχαν ψηφίσει λίγους μήνες πριν. Και όλα αυτά πότε? Όταν τα σκάνδαλα ήδη συγκλόνιζαν τη Νέα Δημοκρατία, που είχε αποκτήσει πλέον εικόνα σήψης και ήταν θέμα χρόνου πότε το ΠΑΣΟΚ θα ξυπνούσε και θα επανασυσπείρωνε τις μεγάλες μάζες των κεντροαριστερών ψηφοφόρων. Έτσι, όταν η κατάσταση στην Ιπποκράτους άρχισε να ομαλοποιείται μετά τις εσωκομματικές εντάσεις, που ακολούθησαν τις εκλογές του 2007 και ξαναφάνηκε αχνά προοπτική εξουσίας, οι ψηφοφόροι, που στις δημοσκοπήσεις του πρώτου τετραμήνου του 2008 είχαν εγκαταλείψει το ΠΑΣΟΚ, απλά έκαναν αυτό που τους παρότρυνε με κάθε τρόπο η ηγεσία του Συνασπισμού: επέστρεψαν στο σπίτι τους.
15. Τι θα μπορούσε να είχε κάνει η ηγεσία του Συνασπισμού? Ακόμη και εάν στην πραγματικότητα δεν ήθελε και δεν επρόκειτο να συναινέσει σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, έπρεπε να δώσει την αίσθηση στους ψηφοφόρους που αντλούσε από τη δεξαμενή του, ότι θα συνεργαζόταν με αυτό. Σε κάθε περίπτωση έπρεπε τουλάχιστον να αποδεχτεί – έστω και προσχηματικά – την πρόταση σε διάλογο, που απηύθυνε σχεδόν παρακλητικά το κόμμα της Ιπποκράτους. Με τον τρόπο αυτό ο ΣΥΝ θα γινόταν θελκτικός αντί για απωθητικός στους ψηφοφόρους που ψήφισαν ΠΑΣΟΚ το 2007, κι αυτό γιατί μεταξύ άλλων θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το λογικότατο επιχείρημα: Η κακιά δεξιά που όλοι μας θέλουμε να φύγει, θα φύγει, είτε ψηφίσετε ΠΑΣΟΚ είτε εμάς, που – υπό προϋποθέσεις – θα συνεργαστούμε με αυτό. Οπότε ψηφίστε εμάς για να παρασύρουμε και το ΠΑΣΟΚ σε πιο φιλολαϊκά μέτρα και να φέρουμε και την ανανέωση στην πολιτική.
16. Για να το πω διαφορετικά, ο Συνασπισμός είχε μοναδική ευκαιρία να συσπειρώσει γύρω του τον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο συγκροτώντας με το ΠΑΣΟΚ αντιδεξιό μέτωπο, με πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό και με προοπτικές αύξησης της απήχησης του στο διευρυμένο πολιτικό ακροατήριο του. Δεν το έπραξε. Αντί για αυτό επέλεξε να τηρεί ίσες αποστάσεις από τα δύο μεγάλα κόμματα, να επιτίθεται στο αντιπολιτευόμενο ΠΑΣΟΚ με την ίδια σφοδρότητα όπως στην κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία, με αποτέλεσμα αργά αλλά σταθερά να πάρει τον δημοσκοπικό κατήφορο, που κανείς δεν ξέρει που θα σταματήσει.
17. Σε αυτή τη διαδρομή υπήρξαν τρία κομβικά γεγονότα, που ολοκλήρωσαν τα δύο βασικά σφάλματα του σχεδιασμού. Το πρώτο ήταν η επανεκλογή του Γιώργου Παπανδρέου στον προεδρικό θώκο του ΠΑΣΟΚ το Νοέμβριο του 2007. Το ΠΑΣΟΚ, υπό τον αριστερόστροφο και συναινετικό νυν Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, αργά αλλά σταθερά μάζεψε όλες τις δημοσκοπικές απώλειες προς τον ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που ήταν αμφίβολο αν μπορούσε να γίνει υπό την ηγεσία του σαφώς πιο κεντρώου αλλά και πιο συγκρουσιακού Ευάγγελου Βενιζέλου. Η πλήρης αποτυχία του σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται περίτρανα από το ότι δεν κατάφερε να συγκρατήσει έστω και ένα ελάχιστο μερίδιο πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που τον επέλεγαν στις δημοσκοπήσεις, ούτε καν κάποιους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του Ευάγγελου Βενιζέλου, που λίγο μετά τις εσωκομματικές εκλογές του Νοεμβρίου καθύβριζαν τον Παπανδρέου και ορκίζονταν στα παιδιά τους, ότι δεν θα ξαναψήφιζαν ποτέ ΠΑΣΟΚ.
18. Το δεύτερο κομβικό σημείο ήταν όσα έγιναν στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2008, αμέσως μετά το θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αρχικά είχα εκτιμήσει ότι αυτό το γεγονός με σωστή επικοινωνιακή διαχείριση θα μπορούσε να είναι αβανταδόρικο για τον Συνασπισμό και να αποτελέσει την αρχή μιας νέας (πολύ μικρότερης βέβαια σε σχέση με αυτήν της προηγούμενης άνοιξης) δημοσκοπικής του ανόδου. Έκανα λάθος, εκτός των άλλων γιατί οι ψηφοφόροι έντονα επηρεασμένοι από την παγκόσμια οικονομική κρίση, αγωνιούν πλέον για το πώς θα βγάλουν τη χρονιά και ψάχνουν να βρουν ποιος μπορεί να τους βοηθήσει περισσότερο να τα καταφέρουν.
Η διαχείριση αυτών των γεγονότων από την Κουμουνδούρου, με τη μη τήρηση διακριτών αποστάσεων από τους ανεγκέφαλους μπαχαλάκηδες, που έσπαγαν και έκαναν πλιάτσικο στα καταστήματα του κέντρου για κανένα μήνα, τρόμαξε κι άλλους πολίτες που επέλεγαν τον ΣΥΝ στις δημοσκοπήσεις (τόσο τους πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, που δεν είχαν ακόμη επανακάμψει όσο και τους απολιτίκ ψηφοφόρους, που δήλωναν στην δημοσκοπήσεις ότι επέλεγαν τον ΣΥΝ λόγω της μόδας Τσίπρα ή του αντικομφορμιστικού στυλ του Αλέκου Αλαβάνου) και οι οποίοι ανέμεναν από τον Συνασπισμό μεγαλύτερη σοβαρότητα στον χειρισμό του θέματος. Δηλώσεις όπως αυτές του Αλέξη Τσίπρα για κατάργηση των ΜΑΤ την ώρα που η Αθήνα καιγόταν πρέπει να διδάσκονται ως παράδειγμα πολιτικής αφέλειας.
19. Το τρίτο κομβικό σημείο, που φαίνεται ότι διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην περαιτέρω πτώση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ο καταφανώς άδικος εξοστρακισμός του Δημήτρη Παπαδημούλη στην τρίτη θέση του ευρωψηφοδελτίου, με την επίφαση τάχα εσωκομματικών διαδικασιών και καταστατικών ρυθμίσεων μεταξύ συνιστωσών και οι εσωκομματικοί τριγμοί που προκλήθηκαν. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι σε όλες τις μετρήσεις σχετικά με την αποδοχή των ευρωψηφοδελτίων των κομμάτων, αυτό του ΣΥΡΙΖΑ λαμβάνει την τελευταία θέση. Και μακάρι για το κόμμα της Κουμουνδούρου η απόφαση αυτή να μην είχε πολιτικό αίτιο και να ήταν απλά μια ατυχής επιλογή, μια αρχική γκάφα που όμως δεν γινόταν να την πάρουν πίσω, ωστόσο είναι πρόδηλο ότι η ηγεσία του Συνασπισμού αντί να προσπαθεί να βρει τις αιτίες για την παρατεταμένη δημοσκοπική του πτώση, ασχολείται ακόμη με το πώς το αριστερό ρεύμα θα επιβληθεί των ανανεωτικών στην κεντρική επιτροπή του κόμματος.
20. Έτσι, ο Συνασπισμός, πέραν των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, που από ό,τι φαίνεται έχει απολέσει οριστικά, εγκαταλείπεται σιγά - σιγά και από τα κομμάτια της νεολαίας αλλά και των μη πολιτικοποιημένων πολιτών, που αρχικά τον είχαν ενισχύσει και είχαν συμβάλει στη μεγάλη δημοσκοπική του εκτίναξη. Και προς τα που κατευθύνονται πλέον αυτές οι ομάδες πολιτών. Προς τους οικολόγους πράσινους, ένα μονοθεματικό κόμμα που εκμεταλλεύτηκε τα λάθη του ΣΥΡΙΖΑ και, παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτει τη στελεχιακή εμπειρία του κόμματος της Κουμουνδούρου, φαίνεται να έχει διδαχτεί από τα σφάλματα του. Ξεκινώντας από διαφορετική αφετηρία σε σχέση με τον ΣΥΝ λόγω του ότι δεν κατατάσσονται στην κλασσική κλίμακα αριστεράς – δεξιάς και συνεπώς μπορούν να απευθύνονται στους ψηφοφόρους όλου του πολιτικού φάσματος, οι οικολόγοι πράσινοι, έχουν την ευκαιρία στις προσεχείς ευρωεκλογές να λάβουν ένα ποσοστό, που θα τους καταγράψει στα εν δυνάμει κοινοβουλευτικά κόμματα. Με έξυπνη έως τώρα τακτική, μια και ούτε δηλώνουν πανηγυρικά ότι τους ενδιαφέρει η συμμετοχή τους στην Κυβέρνηση, αλλά ούτε και αποκλείουν a priori τις προοπτικές συνεργασίας, παίρνουν την σκυτάλη από τον ΣΥΡΙΖΑ στις ελπίδες κάποιων να πέσει ο δικομματισμός. Θα τα καταφέρουν? Προσωπικά δεν το πιστεύω, αλλά ποτέ δεν ξέρει κανείς.